Ελληνική Tσιμεντοβιομηχανία

Η βιομηχανία τσιμέντου στην Ελλάδα ξεκίνησε στις αρχές του περασμένου αιώνα και σε διάστημα 32 ετών ιδρύθηκαν οι 4 εταιρίες που αποτέλεσαν τον κλάδο με την ακόλουθη χρονολογική σειρά:

1902  Ίδρυση της Ανωνύμου Εταιρείας Τσιμέντων "ΤΙΤΑΝ"
1911  Ίδρυση της Ανωνύμου Γενικής Εταιρίας Τσιμέντων "ΗΡΑΚΛΗΣ"
1926  Ίδρυση της Εταιρίας "ΤΣΙΜΕΝΤΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ Α.Ε."
1934  Πρώτη ίδρυση της Εταιρίας με την Επωνυμία "Σ. ΚΟΤΣΙΡΑΣ & ΣΙΑ Ε.Π.Ε."
1943  Επανίδρυση της Εταιρίας "Σ. ΚΟΤΣΙΡΑΣ & ΣΙΑ Ε.Π.Ε." με νέα επωνυμία "ΕΤΑΙΡΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΧΑΛΥΨ Α.Ε."
2001  Συγχώνευση της Ανωνύμου Γενικής Εταιρίας Τσιμέντων "ΗΡΑΚΛΗΣ" και "ΤΣΙΜΕΝΤΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ Α.Ε."

Η συνεχής αύξηση της ζήτησης τσιμέντου για την κατασκευή κάθε είδους έργων είχε σαν επακόλουθο την σημαντική ανάπτυξη του κλάδου με αποτέλεσμα πέρα από την κάλυψη των αναγκών της εσωτερικής αγοράς να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εξαγωγών ήδη πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στην μεταπολεμική περίοδο και μέχρι το 1983 οι ρυθμοί ανάπτυξης της τσιμεντοβιομηχανίας τόσο από πλευράς δυναμικότητας όσο και από πλευράς τεχνολογίας ήσαν ραγδαίοι, ακολουθώντας τις ανάγκες ανάπτυξης και ανοικοδόμησης της χώρας μας, αλλά και την αυξανόμενη ζήτηση των αγορών εξωτερικού σε κοντινές περιοχές (Περσικός Κόλπος, Ερυθρά Θάλασσα, χώρες Βορείου και Δυτικής Αφρικής) κυρίως μετά την πρώτη εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου το 1973. Η δημιουργία πόρων στις πετρελαιοπαραγωγές χώρες οδήγησε σε μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης και σε πρώτη φάση η κάλυψη των αναγκών τους σε τσιμέντο έγινε με εισαγωγές κυρίως από Ελλάδα ενώ στην συνέχεια δημιουργήθηκαν ίδιες τσιμεντοβιομηχανίες. Το τελευταίο σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση των ανεπτυγμένων χωρών λόγω των δύο πετρελαϊκών κρίσεων οδήγησε τις διεθνείς τιμές πώλησης του τσιμέντου σε κάθετη πτώση (τιμές 1986 έως και 50% χαμηλότερες από 1979). Έτσι η ελληνική τσιμεντοβιομηχανία βασισμένη
  • στην υψηλή τεχνολογία και τεχνογνωσία που διαθέτει
  • στην άριστη ποιότητα του προϊόντος αλλά και στην υποστήριξη του πελάτη από τα εξειδικευμένα στελέχη της και
  • στον έλεγχο και κατά συνέπεια τη μείωση του κόστους
έστρεψε την εξαγωγική της δραστηριότητα σε νέες ανεπτυγμένες αγορές (Η.Π.Α., χώρες Δυτικής Ευρώπης) αλλά και σε άλλες, όπως χώρες Αφρικής και Ασίας, παραμένοντας μία από τις ισχυρότερες εξαγωγικές χώρες.